Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Οι πρώτες κυρίες του ελληνικού τραγουδιού




Η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη σε έναν διάλογο για την τέχνη τους



Ενα καμαρίνι το οποίο είχε μέσα του περισσότερη τέχνη από όση μπορεί να «αντέξει»: Χάρις Αλεξίου και Δήμητρα Γαλάνη στον ίδιο χώρο. Αφορμή οι παραστάσεις με τίτλο «Σε μπλε βελούδο» που ξεκινούν στο Παλλάς, με την καλλιτεχνική επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου, την προσεχή Παρασκευή. Αιτία το γεγονός ότι θα μιλούσαμε με δύο γυναίκες για τις οποίες είναι πρακτικά αδύνατο να βρεθεί έστω και ένας Ελληνας που να μην τις θεωρεί από τις κορυφαίες στην τέχνη της μουσικής στην Ελλάδα. Το να προσπαθήσουμε μέσα από μία συνέντευξη να τις μάθουμε και να παρουσιάσουμε στον κόσμο κάτι που δεν γνωρίζει για αυτές θα ήταν λάθος. Ο,τι είναι ως καλλιτέχνιδες είναι εκεί και υπάρχει στα τραγούδια τους. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι πρέπει να εκτιμάμε βαθιά τους ανθρώπους που κάνουν πάντα περισσότερα από όσα υπόσχονται. Και σε αυτή τη συνέντευξη μας έδωσαν περισσότερα από όσα υπόσχονται τα «μεγέθη» τους.

Eίναι εντυπωσιακό ότι η αξία σας στην ελληνική μουσική πραγματικότητα συνεχώς αυξάνεται. Αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν δεν παρουσιάζετε κάτι καινούργιο, απλώς μέσα από τις προηγούμενες δουλειές σας. Πώς το κρίνετε αυτό; Χάρις Αλεξίου: «Εμένα αυτό που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό ως αιτία είναι ότι δεν έχουμε αλλάξει. Συνεχίζουμε να αγαπάμε με πάθος αυτό που κάνουμε και συνεχίζουμε να ψάχνουμε την ωραιότητά του. Οποτε ξεκινάς μια καινούργια δουλειά, ενώ έχεις στόχο το απόλυτο, το εκατό τοις εκατό, τελικά διαπιστώνεις ότι έχεις φθάσει, όση προσπάθεια και να κάνεις, στο 70, στο 80 τοις εκατό και πάντοτε λες “αχ, δεν το κατάφερα όσο τέλειο θα το ήθελα”. Το κοινό βλέπει τη δουλειά σου υπέροχη, αλλά εσύ έχεις μια αίσθηση ανικανοποίητου για το αποτέλεσμα. Συγγνώμη που μιλάω στον πληθυντικό, αλλά ξέρω ότι και η Δήμητρα αυτό κάνει, αυτό είναι».
Αυτό δεν σημαίνει τέχνη; Να μη θεωρείς ποτέ ότι υπάρχει η «έβδομη ημέρα» και να μη θεωρείς ποτέ πως όλα είναι εντάξει; Δήμητρα Γαλάνη: «Οι άνθρωποι που είναι αφοσιωμένοι στην τέχνη τους έχουν το τεράστιο προνόμιο ότι για αυτούς ο χρόνος δεν υφίσταται. Η τέχνη είναι μια διαρκής σπουδή, και τη στιγμή που θα νομίσεις ότι είσαι σοφός σε αυτό που κάνεις, τότε θα πας σπίτι σου. Εγώ, λοιπόν, και το βλέπω και στη Χαρούλα αυτό, δεν έχω φθάσει σε αυτό το σημείο. Νιώθουμε και οι δύο ότι ακόμη περιμένουμε κάτι από τον εαυτό μας».
Μήπως κάπως έτσι έχασαν την μπάλα οι έλληνες καλλιτέχνες, αλλά και ολόκληρη η ελληνική κοινωνία; Είδαμε πάρα πολλούς να κυκλοφορούν με σηκωμένο το φρύδι της καυχησιάς έχοντας δημιουργήσει το «τίποτα». Χ.Α.: «Αν η μοναδική έγνοια που έχεις είναι να γίνεις γνωστός και “διάσημος”, τότε έχεις την αγωνία για το τι θα κάνεις ώστε να το πετύχεις αυτό. Αυτοί οι άνθρωποι νομίζουν ότι μπορούν να σηκώνουν το φρύδι που αναφέρατε. Εγώ θα σας πω κάτι το οποίο δεν είναι και πολύ θετικό για τον εαυτό μου, επειδή με ταλαιπωρεί κιόλας. Εχω, λοιπόν, πάντα ένα αίσθημα μειονεξίας και δεν καταλαβαίνω τι είναι πια αυτό το τόσο σημαντικό που κάνω και ο κόσμος με θαυμάζει τόσο πολύ. Δεν έχω αποδεχθεί τον εαυτό μου όσο με έχουν αποδεχθεί οι άνθρωποι που με θαύμασαν και με αγάπησαν. Ισως αυτό από την άλλη να είναι και το τιμόνι μου που με κάνει να ισιώνω το καράβι όταν χρειάζεται, το γκάζι που με πάει μπροστά».
Δ.Γ.: «Κοιτάξτε, αυτό που σας λέει είναι απόλυτα σωστό, διότι ο καθένας από εμάς δεν έχει επίγνωση του όποιου μύθου του. Ο κόσμος μπορεί να πιστεύει για σένα ότι βρίσκεσαι πάρα πολύ ψηλά καλλιτεχνικά, αλλά μέσα σου ισχύει το αντίθετο. Οσο πιο πολύ προχωράς και φθάνεις σε υψηλότερα επίπεδα της τέχνης σου τόσο πιο πολύ μικραίνεις και γίνεσαι ταπεινός. Την ίδια στιγμή κοιτάζεις γύρω σου και βλέπεις πλάσματα της τέχνης που θαυμάζεις και λες “τώρα τι είμαι εγώ; Τι κάνω εγώ που θεωρείται τόσο σημαντικό;”».
Χ.Α.: «Πάνω σε αυτό που λέει η Δήμητρα, ακούς, για παράδειγμα, κάποια τραγουδίστρια που η φωνή της σε πάει αλλού και λες στον εαυτό σου: “Εγώ δεν κατάφερα ποτέ να το κάνω αυτό το πράγμα”. Και δεν μιλάω για την Κάλλας, μιλάω για σύγχρονες τραγουδίστριες. Ή ακούς κάποια σύνθεση και ανακαλύπτεις έναν άλλον κόσμο. Εβλεπα πρόσφατα τις ταινίες του Φελίνι, γιατί έκανα το πρόγραμμα με τον Νίνο Ρότα, και άκουγα τη μουσική στο “8½”. Σκεπτόμουν “τι τρέλα είναι αυτό; Πώς το συνέλαβε;”. Οταν, λοιπόν, έχεις την ανάγκη και θέλεις πολύ να δεις τα μεγέθη αυτών των καλλιτεχνών, εκεί αισθάνεσαι πολύ μικρός. Εκεί σου δημιουργείται η ανάγκη να ισορροπήσεις με τον εαυτό σου, να πάρεις απόσταση από αυτά τα μεγέθη».
Δ.Γ.: «Και να προσπαθήσεις. Να προσπαθήσεις να αγγίξεις κάτι που θαυμάζεις. Είναι πολύ σημαντικό να εξακολουθείς να θαυμάζεις ουσιαστικά και βαθιά κάποια πράγματα».
Μια και αναφέρεστε σε τέτοια ζητήματα, υπάρχει το εξής θέμα με αυτή τη συνεργασία σας. Ο κάθε καλλιτέχνης δεν μπορεί να «δει» το καλλιτεχνικό του μέγεθος όταν βρίσκεται επί σκηνής. Εσείς, λοιπόν, θα βλέπετε η μία το «μέγεθος» της άλλης ενώ είστε στη σκηνή. Αυτό δεν θα έχει πολύ ενδιαφέρον για εσάς; Χ.Α.: «Οταν μοιράζεσαι τη σκηνή με έναν καλλιτέχνη που θαυμάζεις, δεν μπορείς παρά να προσπαθείς εκείνη την ώρα να γίνεις στην ερμηνεία σου τόσο καλός όσο αυτός και να ανταποκριθείς ακόμη και σε καινούργια πράγματα, τα οποία εκείνος έχει κατακτήσει εν τω μεταξύ. Σίγουρα και εγώ και η Δήμητρα έχουμε κατακτήσει κάποια πράγματα στην ερμηνεία μας, από όταν ήμασταν 25 χρόνων. Πήγα τώρα το καλοκαίρι και την άκουσα στις συναυλίες της και μαγεύτηκα. Είδα μια άλλη Γαλάνη, πιο αισθαντική, πιο παθιασμένη, κάτι που δεν το είχε παλιά. Τραγουδούσε άψογα με έναν κλασικό τρόπο μέσα από τη φυσικότητα της φωνής της, αλλά τώρα είναι σαν να έχει πάρει πέντε Grammy».
Eφέτος συμπληρώνονται 30 χρόνια από την πρώτη συνεργασία σας. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτισε η μία για την άλλη περιείχε «αμεσότητα», η τωρινή πρέπει λογικά να περιέχει στοχασμό. Πώς βλέπει η μία την άλλη έπειτα από τόσα χρόνια;Δ.Γ.: «Σε προσωπικό επίπεδο, τη Χαρούλα τη βλέπω ακριβώς όπως βλέπω τον εαυτό μου. Είναι σαν να παρατηρώ τον εαυτό μου μέσα στα χρόνια. Αυτά που έχουν αλλάξει είναι κάποιες μικρές, ασήμαντες λεπτομέρειες και για μένα είναι κυριολεκτικά σαν να μην έχει περάσει μια μέρα. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, τώρα πλέον βλέπω μια γυναίκα που είναι ένας ολοκληρωμένος καλλιτέχνης. Βέβαια, όταν η σχέση δύο ανθρώπων είναι τόσο στενή και τόσο απόλυτη όσο είναι η δική μας, δεν υπάρχει αντικειμενικότητα. Ολα είναι υποκειμενικά».
Χ.Α.: «Να πω και εγώ;».
Φυσικά. Χ.Α.:«Ωραία. Αυτό που θέλω να πω, όμως, είναι ότι η πρώτη εικόνα που έχω από τη Δήμητρα είναι από τότε που εμφανιζόταν στην καλοκαιρινή “Αρχόντισσα” και ήταν ένα κοριτσάκι που έβγαινε να τραγουδήσει φορώντας ένα καφτάνι και τα σανδάλια της, σαν αυτά που παίρνουν οι τουρίστες στο Μοναστηράκι. Ηταν ένα κορίτσι ελεύθερο, με πολλούς φίλους, για την οποία είχα την εντύπωση ότι ήταν ένα πολύ κοινωνικό πλάσμα με πολλές παρέες. Τώρα, έπειτα από τόσα χρόνια που πλέον γνωρίζω τη ζωή της, που πηγαίνω σπίτι της και τη βλέπω στον χώρο της, ξέρω ότι είναι ένας μάλλον μοναχικός άνθρωπος που έχει αφοσιωθεί αποκλειστικά στη μουσική. Είναι ένα είδος εμμονής. Είναι συνέχεια μπροστά στον υπολογιστή της και ακούει μουσική ή προσπαθεί να ανακαλύψει νέες μουσικές και επίσης διαβάζει πολύ. Είναι πλέον πολύ πιο μοναχικό άτομο από ό,τι παλαιότερα, όμως ταυτόχρονα η Δήμητρα τώρα πια είναι περισσότερο “ηγέτης” ως ερμηνεύτρια».
Δ.Γ.: «Πολύ σωστά το λέει η Χαρούλα. Δεν νομίζω ότι υπάρχει καλλιτέχνης ο οποίος να εξελίσσεται και να είναι δημιουργός σε αυτό το οποίο κάνει και να μην αποζητά τη μοναχικότητα. Είναι απόλυτα απαραίτητη για τη δημιουργία. Ομως, για να είμαι δίκαιη, να συμπληρώσω ότι εγώ παλιά δεν ήμουν έτσι, ήμουν πολύ πιο χύμα, ενώ η Χαρούλα από την αρχή ήταν έτσι. Εσύ ήσουν πάντα έτσι, Χαρούλα μου».
Χ.Α.: «Ναι, μάλλον έχεις δίκιο».
Θα δυσκολευτείτε πάρα πολύ να μη δακρύσετε την ώρα της παράστασης... Χ.Α.:«Τις πρώτες ανατριχίλες τις νιώσαμε ήδη όταν διαλέγαμε το ρεπερτόριο με τη Λίνα (Νικολακοπούλου) πριν από δύο μήνες. Οταν έπιασε η Δήμητρα την κιθάρα της και αρχίσαμε να σκεπτόμαστε και οι τρεις μας για τα τραγούδια που θα διαλέγαμε, λέει η Λίνα: “Εγώ θέλω να σας δω σε αυτό το πρόγραμμα την καθεμία να έρχεται από την πατρίδα της, από τον κόσμο της, με ό,τι κουβαλάει μαζί της. Η μία από τη Μικρά Ασία και τη Θήβα, και η άλλη, παιδί της πόλης, από την Αθήνα”. Μόλις δε τραγουδήσαμε μερικά τραγούδια, μας λέει: “Να ο τίτλος του προγράμματος, ‘Μπλε βελούδο’. Εγώ αυτό ακούω”».
Δ.Γ.:: «Εμείς, δηλαδή, τα μαντιλάκια ήδη τα έχουμε βγάλει από τις πρόβες. Τώρα μάλλον θα τα βγάλει και ο κόσμος που θα έρθει να μας δει».
Και όχι μόνο επειδή θα ξαναθυμηθεί, αλλά γιατί θα «καθαρίσει» η ματιά του για το σήμερα. Δ.Γ.: «Η μεγαλύτερη απώλεια της εποχής είναι η μνήμη. Για ευνόητους λόγους, αυτό που έχει χαθεί λόγω της πλασματικής ζωής που μάθαμε να ζούμε είναι οι πινελιές της αθωότητας. Αυτή τη μνήμη θέλουμε να ανακαλέσουμε εμείς».
Και αυτό που επιδιώκετε γίνεται μνήμη και πρόταση ταυτόχρονα. Δ.Γ.: «Ακριβώς! Γίνεται αυτόματα μέσα από το ίδιο το υλικό που τραγουδάμε. Γιατί όταν επαναφέρουν αυτού του είδους τη μνήμη πολλοί άνθρωποι μαζί, τότε αυτόματα έρχονται και κοντά. Σε αυτό το σημείο θέλω να πω ότι γίνεται μια προσπάθεια – λυπάμαι που το λέω, και από μερικά μέσα ενημέρωσης – να βρεθεί μια τεράστια γομολάστιχα η οποία θα σβήσει τη μνήμη σαν να μην υπάρχει παρελθόν, μόνο ένα παρόν, το οποίο έπεσε ξαφνικά από τον ουρανό. Νομίζω ότι ο επαναπροσδιορισμός του ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε είναι απολύτως απαραίτητος. Αυτό ακριβώς κάνουμε και εμείς μέσα σε αυτό το υλικό που διαλέξαμε. Eίναι και δική μας ανάγκη αυτή η επαναφορά της μνήμης και ο επαναπροσδιορισμός των πραγμάτων. Η Χαρούλα και εγώ δεν είμαστε δυο ξεκομμένα κεφάλια από την ελληνική πραγματικότητα. Ποτέ δεν υπήρξαμε κάτι τέτοιο».
Χ.Α.: «Μαζί. Αυτή η λέξη είναι τόσο σπουδαία για μένα, ιδίως αυτή την εποχή. Και όσο την επαναλαμβάνω αυτή τη λέξη τόσο μου ακούγεται πιο γλυκιά και πιο μοναδική: Μαζί, μαζί, μαζί».
Αρα τι συναίσθημα θα θέλατε να έχετε μεταδώσει στο κοινό καθώς φεύγει από την παράσταση; Χ.Α.: «Την επιθυμία να αγαπηθούν ή, κάποιοι, να ξαναγαπηθούν».
Δ.Γ.: «Και να αγαπήσουν τον εαυτό τους, επειδή εκεί έχει χαθεί το παιχνίδι. Πάψαμε να αγαπάμε τους εαυτό μας και νομίζουμε ότι αγαπάμε τους άλλους. Πρέπει να ξαναβρούμε την κλίμακά μας. Χάσαμε την κλίμακά μας. Μπήκαμε σε μια τεράστια “υλιστική πατάτα”, όπου η ζωή είναι μόνο νούμερα. Ενώ ζούμε σε μια χώρα η οποία είναι μεν μια κουκκίδα στον χάρτη, αλλά είναι ένα θαύμα και η ωραιότερη στιγμή της φύσης, εμείς ξαφνικά φερόμασταν σαν να ήμασταν κάποιοι άλλοι».
Θα υπάρξουν και νέοι άνθρωποι που θα σας δουν για πρώτη φορά. Αυτοί τι θα θέλατε να πάρουν μαζί τους φεύγοντας από αυτή την πρώτη σας επαφή; Δ.Γ.: «Οποιος είναι να δει και να πάρει κάτι, θα το πάρει, θα το αισθανθεί».
Χ.Α.: «Θα δουν πώς λιώνει η μία μέσα στην άλλη και πώς παραδίνεται η μία στην άλλη. Τώρα, τι θα πάρουν μαζί τους φεύγοντας είναι θέμα χαρακτήρα».
Δ.Γ.: «Οι άνθρωποι λένε ότι “κάποιος τραγουδάει”. Τραγουδάω, όμως, σημαίνει χτίζω έναν ολόκληρο κόσμο και τον παραδίδω στο κοινό, και μετά παίρνω πίσω αυτό που εκείνοι έχτισαν. Τη στιγμή που ανοίγει η σκηνή και πέφτει η πρώτη νότα, τότε όλοι νιώθουμε ότι έχουμε βρεθεί στο ίδιο μέρος, ανεξάρτητα από το πού ήρθαμε. Οταν αυτό το αισθανθεί ο καθένας, από εκείνον που βρίσκεται επάνω στη σκηνή μέχρι αυτόν που κάθεται πίσω στην τελευταία σειρά, τότε έχεις κάνει κάτι καλό».
Και εσείς έχετε ένα σπουδαίο όπλο απέναντι στο κοινό, γιατί ακόμη και αυτά που μας θλίβουν ή μας δυσκολεύουν τη ζωή, όταν εκφράζονται μέσα από την τέχνη, τότε μας ελκύουν και μας λυτρώνουν, έστω και προσωρινά. Δ.Γ.: «Εμείς κάνουμε μια μορφή τέχνης η οποία έχει ένα μεγάλο προνόμιο, τη μεγάλη αμεσότητα. Εκείνη τη στιγμή συμβαίνει. Ενώ ένας μεγάλος ζωγράφος την ανταπόκριση αυτού που κάνει τη βλέπει μέσα στον χρόνο. Ενας δημιουργός εισπράττει τον αντίκτυπο του έργου του αργότερα, αλλά εμείς οι ερμηνευτές τον εισπράττουμε εκεί, επιτόπου».
Οταν ξεκινούσατε υπήρχαν «ευκολίες» στο τραγούδι, αλλά τις αποφύγατε. Είναι θέμα χαρακτήρα και επιλογής; Δ.Γ.: «Ναι, αλλά τώρα μιλάμε για καταστάσεις που είναι από ένα επίπεδο και πάνω, και η Χαρούλα και εγώ έχουμε αγωνιστεί για αυτό. Και βέβαια, κάναμε και λάθη, παρασυρθήκαμε, εγώ προσωπικά σίγουρα ναι, αλλά ξαναγύρισα στην πορεία μου. Τελικά, ξέρεις ποιος είναι ο δρόμος σου και δεν μπορείς να είσαι αλλιώς, και εμείς δεν μπορούσαμε να είμαστε αλλιώς σε αυτό που λέγεται τραγούδι και μουσική».
Χ.Α.: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω πολύ περισσότερα από όσα μπορώ να εκφράσω και ότι έχω απρόσμενους τρόπους για να “συνεννοηθώ” με τα πράγματα. Αυτό δεν γίνεται μόνο μέσα από το τραγούδι, δεν φτάνει μόνο το τραγούδι. Για να ανοίγει η βεντάλια της ψυχής σου, πρέπει να είσαι ευαισθητοποιημένος και σε άλλα πράγματα. Η φωνή να ξέρετε ότι κουβαλάει μνήμη και αν δεν έχει έργο ζωής μέσα της, τότε είναι μια άδεια φωνή και δεν μπορεί να εκφράσει, μπορεί απλώς να τραγουδήσει. Οταν άκουγες τη Μοσχολιού να σου λέει “Τα τρένα που φύγαν”, ένιωθες ότι αυτή τα “έβλεπε” τα τρένα, ακόμη και αν δεν είχε δει ποτέ της τρένο. Η γυναίκα αυτή σε έκανε να βλέπεις όλο το “έργο”. Αυτό είναι που θαυμάζω και ζηλεύω σε έναν ερμηνευτή. Δεν με νοιάζει καθόλου αν θα πιάσω μια άπιαστη νότα. Υπάρχουν τραγουδιστές που σχεδόν μιλάνε και οι οποίοι μπορεί να με συγκινήσουν πολύ περισσότερο από έναν άρτιο τενόρο. Εφυγα, δεν ξέρω πού πήγα τώρα. Ποια ήταν η ερώτηση;».
Δεν έχει σημασία. Πάντως αυτή ήταν η απάντηση. Δ.Γ.: «Αυτό που είπε η Χαρούλα είναι ακριβώς έτσι. Για να γίνεις πραγματικά καλός στην τέχνη σου, σε οποιαδήποτε τέχνη του κόσμου, χρειάζεται μια πνευματικότητα την οποία την κατακτάς. Για να πάρει η τέχνη σου μιαν άλλη διάσταση, πέρα από το όποιο ταλέντο έχεις, θέλει μια πνευματικότητα που πρέπει να την κατακτήσεις. Εχω γνωρίσει ανθρώπους εντελώς αγράμματους, των οποίων η πνευματικότητα με ξεπερνούσε και με καθήλωνε».
Η ζωή κατακτιέται με την αμεσότητα πολύ περισσότερο από ό,τι με τη γνώση. Συμβαίνει το ίδιο και με την τέχνη; Χ.Α.: «Παρ’ ότι φοβάμαι ότι η μία επαναλαμβάνει τα λόγια της άλλης, θα σας πω ότι τα πάντα γίνονται μέχρι εκεί που δεν μπαίνει το μυαλό, γιατί με το μυαλό δεν μπορείς να κατακτήσεις τίποτε. Δηλαδή άκουγα τη γιαγιά μου να τραγουδάει, μια λούμπεν γυναίκα η οποία δεν ήξερε τίποτα, και αυτό που κουβαλούσε η φωνή της ήταν η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Αν το σκεφτείς, ήταν όλοι οι λαϊκοί τραγουδιστές μας άνθρωποι με σπουδές; Ηξεραν την άσκηση της φωνής και τέτοια πράγματα; Δεν είχαν καν τη δυνατότητα να έρθουν σε επαφή με τον έξω κόσμο, και ίσως γι’ αυτό παρέμεναν τόσο αυθεντικοί. Δεν τους αλλοτρίωνε η τόση πληροφορία που υπάρχει σήμερα. Τώρα πατάς ένα Google ή ένα YouTube και είσαι παντού».
Δ.Γ.: «Εμείς οι δύο είμαστε δημιουργοί, αλλά κυρίως είμαστε ερμηνεύτριες, και μάλιστα πολύ τυχερές, διότι βρεθήκαμε σε μια υπέροχη εποχή του ελληνικού τραγουδιού και άνθρωποι πολύ σημαντικοί έκαναν τραγούδια για τη φωνή μας».
Αρα η πολλή και εύκολη πληροφορία διευκολύνει ή δυσκολεύει τα σημερινά νέα παιδιά, τα αποπροσανατολίζει κάπως από το να γίνουν πραγματικοί καλλιτέχνες;Δ.Γ.:«Εγώ το θεωρώ πολύ θετικό, έχω πάθος και “λούζομαι” με όλη αυτή την πληροφορία που μπορεί να έχεις σήμερα ενώ κάθεσαι στην καρέκλα του σπιτιού σου. Μου έχει ανοίξει πεντακόσιους κόσμους ακόμη, πέρα από τον δικό μου».
Χ.Α.: «Ναι, αλλά εσύ, Δήμητρά μου, έχεις τον πολιτισμό σου πια και έχεις χαράξει τον δρόμο σου. Ξέρεις προς τα πού να πας εσύ και δεν σε πάει αυτό όπου να ’ναι. Δεν σου δίνεται ένας κόσμος που δεν τον ξέρεις και (δεν ξέρεις) προς τα πού να πας. Ηδη έχεις χαρακτήρα. Για τα παιδιά, όμως, που δεν έχουν ακόμη διαμορφώσει χαρακτήρα και δεν έχουν βρει την ταυτότητά τους, δεν είμαι σίγουρη αν είναι καλό».
Δ.Γ.: «Εχει πολύ δίκιο η Χαρούλα σε αυτό που λέει. Εχεις πάρα πολύ δίκιο».
Χ.Α.: «Εγώ αισθάνομαι τυχερή που στη νεότητά μου δεν είχα όλο αυτό το τεράστιο πεδίο πληροφοριών και μπορούσα να κεντράρω στον Τσιτσάνη, τη Μαρίκα Νίνου, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη. Δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητο και δεν έπρεπε οπωσδήποτε να ξέρω και την Ντάφι».
Δ.Γ.: «Τώρα στα παιδιά λείπει η πληροφορία της δικής τους ταυτότητας και ψάχνονται αλλού».
Χ.Α.: «Και αυτό ξεκινά από την οικογένεια. Τρώνε οι άνθρωποι τώρα παρέα στα σπίτια τους; Συνεννοούνται μεταξύ τους; Οταν κάθονται να φάνε μαζί, στο τραπέζι υπάρχουν πέντε κινητά με τα οποία μιλάνε με άλλους. Και εγώ που έχω έναν γιο 29 χρόνων συχνά αναρωτιέμαι πόσα έχω καταφέρει να του προσφέρω».
Ωραία. Και επειδή η ψυχή κουράζεται από οποιαδήποτε ομοιομορφία, ακόμη και αν αυτή είναι η απόλυτη ευτυχία, πείτε μου κάτι που σας τη «σπάει» στην άλλη. Δεν τα βλέπετε όλα μαγευτικά, έτσι; Χ.Α.: «Εχει εμμονές και τα παίρνει όλα πολύ βαριά. Είναι τόσο παθιασμένη με μερικά πράγματα, που μερικές φορές δεν μπορώ να την παρακολουθήσω. Μπαίνει μέσα και ρίχνει κουτουλιές στον τοίχο. Αλλά επειδή την ξέρω τώρα πλέον, γελάω με αυτό».
Δ.Γ.: «Η Χαρούλα είναι πιο σφαιρική από εμένα στην αντιμετώπιση των πραγμάτων, είναι πιο ανατολίτισσα. Αυτό, όταν με πιάνει η τρέλα μου, με εκνευρίζει, γιατί εγώ είμαι πολύ μονοκόμματη, πολύ παρορμητικά αδέξια στην αντιμετώπιση κάποιων καταστάσεων και μερικές φορές γίνομαι αγενής χωρίς να το καταλαβαίνω».
Στον χρόνο, όπως και στη φύση, υπάρχει μια «αριστοκρατία» και μια δικαιοσύνη η οποία επικρατεί στο τέλος. Δηλαδή, ανεξάρτητα από το πόσο χρόνο θα πάρει, στο τέλος οι άριστοι είναι αυτοί που επικρατούν. Η δική σας συνεργασία είναι μια απόδειξη της «αριστοκρατίας» και της δικαιοσύνης του χρόνου; Χ.Α.: «Αχ, πολύ μου αρέσει αυτό που ακούω».
Δ.Γ.: «Χαίρομαι πολύ που το λέτε αυτό, γιατί η συνεργασία μας προέκυψε τόσο απλά, όπως απλά μάς προέκυψαν στα προηγούμενα χρόνια όλα όσα κουβαλάει η καθεμία μας. Εμένα όχι απλώς με κολακεύει, αλλά με επιβεβαιώνει κιόλας».
Η Χάρις Αλεξίου και η Δήμητρα Γαλάνη θα δώσουν 15 παραστάσεις, με τίτλο «Σε μπλε βελούδο», στο Παλλάς (Βουκουρεστίου 5), από την Παρασκευή 13 Ιανουαρίου, στις 21.00. 
 Πηγή : tovima.gr